Σύνταξη άρθρου: Μαρία Καρανάσιου

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ουρανός

Το παρόν άρθρο θα το ξεκινήσω με την εξής δήλωση: Εκπαιδευτικοί και γονείς εργαζόμαστε σκληρά για έναν κοινό και υπέρτατο σκοπό: την πνευματική, σωματική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Η αρμονική και αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ τους είναι σαφώς ο μόνος τρόπος προκειμένου να ευοδωθεί αυτή η προσπάθεια.

Καταρχάς, τα κέρδη της συνεργασίας. Βάσει ερευνητικών ευρημάτων, η συνεργασία γονέων και εκπαιδευτικής κοινότητας έχει συνδεθεί με σειρά θετικών επιδράσεων, όπως η βελτίωση της μαθησιακής απόδοσης και της κοινωνικο-συναισθηματικής συμπεριφοράς του παιδιού, η αναβάθμιση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης, καθώς και η βελτίωση της γονικής συμπεριφοράς στο σπίτι. Τα ευρήματα αυτά, ισχυροποιούν την αναγκαιότητα ενεργούς συμμετοχής και συνεργασίας των γονέων στην εκπαιδευτική διαδικασία. Αυτή ωστόσο θα πρέπει να γίνεται με τρόπο παραγωγικό και υποστηρικτικό ως προς τον ρόλο και τις αρμοδιότητες του δασκάλου. Να διευκολύνεται πρωτίστως ο ίδιος δηλαδή, ώστε να μπορέσει να είναι αποδοτικός.

Δυστυχώς όμως, παρατηρείται πολλές φορές η σύγκλιση απόψεων και πρακτικών των δύο πλευρών να μην είναι πάντοτε εύκολη και δεδομένη, και έτσι η μεταξύ τους σχέση δε λειτουργεί ομαλά. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται δυσκολίες και στην επικοινωνία και, πολύ περισσότερο, στην επιζητούμενη συνεργασία γονέων και εκπαιδευτικών. Οι απόψεις τους αποκλίνουν, η διάθεση για κατανόηση εκλείπει, η σχέση καθίσταται προβληματική.

Τι συμβαίνει λοιπόν, όταν γονείς και εκπαιδευτικοί διαφωνούν ως προς τα μέσα και τους τρόπους της εκπαιδευτικής – παιδαγωγικής διαδικασίας; Πώς μπορεί ο εκπαιδευτικός να υπερβεί αυτές τις δυσκολίες και να επιτελέσει, παρόλη την αντιξοότητα, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το έργο του;

Στην περίπτωση αντιπαράθεσης ενός εκπαιδευτικού με έναν γονέα, είναι εξαιρετικά σημαντικό ο εκπαιδευτικός να επιδείξει τον απαραίτητο επαγγελματισμό κι επαγγελματικό ήθος, διατηρώντας, καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησής τους, την ψυχραιμία και την ευγένειά του. Όποιες και να είναι οι ενστάσεις ή ακόμη και οι  υποδείξεις του γονέα, ο εκπαιδευτικός οφείλει να προβάλλει τη διάσταση μεταξύ της επιστημονικής γνώσης που ο ίδιος διαθέτει επί των παιδαγωγικών και εκπαιδευτικών ζητημάτων, και της προσωπικής γνώμης που εκφράζει ο γονέας κατά την αντιπαράθεσή τους. Με λίγα λόγια, ο δάσκαλος έχει την επιστημονική γνώση. Εξυπακούεται όμως πως ο επιστήμονας είναι αυτός ο οποίος οφείλει πρωτίστως να παραμείνει ψύχραιμος.

Κάτι που συμβαίνει συχνά είναι ο γονέας να εκφράζει ευθέως την αμφιβολία του ή ακόμη και έλλειψη εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο και το έργο του εκπαιδευτικού. Σε αυτήν την περίπτωση ο εκπαιδευτικός πρέπει να καταστήσει σαφές πως η προσωπική ευαρέσκεια ενός γονέα δε συνιστά αντικειμενικό κριτήριο, για να χαρακτηριστεί ένας εκπαιδευτικός ανεπαρκής. Ως εκ τούτου, αυτό που πρέπει να γνωστοποιείται ευρέως σε όλους τους γονείς, και δυστυχώς δε γίνεται όσο θα έπρεπε, είναι πως έχουν θεσμοθετηθεί από το Υπουργείο Παιδείας οι πρέπουσες διαδικασίες για τον έλεγχο της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου και της συμπεριφοράς των εκπαιδευτικών. Η αξιολόγησή τους, όσο και η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού τους έργου, λαμβάνει χώρα υπό αυστηρώς καθορισμένα κριτήρια και από συγκεκριμένους φορείς, χωρίς μάλιστα να είναι μια απλή και μονόδρομη διαδικασία. Με το πέρας της αξιολόγησης, ο εκπαιδευτικός λαμβάνει την κατάλληλη ανατροφοδότηση και βάση αυτής προβαίνει στις απαραίτητες βελτιωτικές αλλαγές.

Σε κάθε αντιπαράθεση μεταξύ εκπαιδευτικών και γονέων, ο δάσκαλος οφείλει πάντοτε να τονίζει το αναφαίρετο δικαίωμα των γονέων – αλλά και τη σπουδαιότητα αυτού του δικαιώματος – στην παρακολούθηση και αξιολόγηση τόσο του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου, όσο και του ίδιου του εκπαιδευτικού καθώς και της σχολικής μονάδας στην οποία φοιτά το παιδί τους. Αυτό που χρειάζεται ωστόσο να γίνει κατανοητό, είναι πως η ενεργός συμμετοχή των γονέων θα πρέπει να είναι μέσα από τα αρμόδια όργανα, διαδικασίες και τις καθορισμένες συμπεριφορές, που έχουν θεσπιστεί για αυτούς και στα οποία δύνανται να θέσουν τα προβλήματα και τους προβληματισμούς τους ή και να προβάλλουν ενστάσεις. Θα πρέπει βεβαίως τα παραπάνω να είναι επαρκώς και πλήρως τεκμηριωμένα.

Σε κάθε περίπτωση, όσο μεγάλη και να είναι η διάσταση των απόψεων μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών, αυτό που προέχει είναι να προσεγγίσουν και οι δύο πλευρές το θέμα με θετική διάθεση και καλή θέληση, προκειμένου να ενώσουν και όχι να χωρίσουν τις δυνάμεις τους. Κοινός στόχος παραμένει πάντα η βελτιστοποίηση της εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής διαδικασίας, η εξέλιξη τελικά του ίδιου του ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ. Ας μην ξεχνάμε, τέλος, πως το παιδί παρακολουθεί και το πώς συνεργαζόμαστε και το πώς επιλύουμε τις διαφορές μας. Από αυτά πρωτίστως διδάσκεται..

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Δίκτυο Σχολείων Έρευνας (Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης – Σχολή Επιστημών του Ανθρώπου – Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας)

 

Μαρία Καρανάσιου

Δασκάλα – Ειδικός Διαχείρισης Πολιτισμικών Μονάδων

 

Ηλ. Ταχ.: daskalos@athinodromio.gr

Ανδριάνα Δημητριάδου

Δασκάλα