Σύνταξη άρθρου: Γερογιάννη Αναστασία

Επιμέλεια: Ουρανός Κωνσταντίνος

Το μητρικό γάλα αποτελεί ιδανική τροφή για κάθε μωρό. Το μητρικό γάλα είναι φυσικό και σχεδιασμένο έτσι ώστε να καλύπτει απόλυτα οποιαδήποτε ανάγκη μπορεί να έχει ένα νεογνό ή μωρό. Κάθε θηλαστικό παράγει το γάλα το οποίο περιέχει τα θρεπτικά συστατικά στις ιδανικές και απαραίτητες αναλογίες για την σωστή ανάπτυξη του βρέφους του. Το ίδιο συμβαίνει και με το μητρικό γάλα. Παράγεται τέτοιο ώστε να καλύπτει τις ανάγκες του ανθρώπινου οργανισμού στο πρώτο στάδιο της ζωής του. Πρέπει να επισημάνουμε πως ναι μεν το ώριμο μητρικό γάλα έχει τα ίδια θρεπτικά συστατικά με το αγελαδινό (το οποίο είναι και επεξεργασμένο), αλλά οι αναλογίες είναι διαφορετικές.

Εξερευνώντας τα θρεπτικά συστατικά του μητρικού γάλακτος, θα αναφερθούμε σε μακροθρεπτικά (πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, λίπη) και μικροθρεπτικά (βιταμίνες και ανόργανα στοιχεία) συστατικά καθώς και άλλα μη θρεπτικά συστατικά που έχουν όμως σπουδαίο ρόλο στην υγεία του βρέφους.

ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ

Η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες είναι μικρότερη στο μητρικό γάλα, συγκριτικά με το αγελαδινό, και τούτο διότι ο ρυθμός ανάπτυξης του βρέφους είναι μικρότερος, και πιθανόν μία μεγαλύτερη πρόσληψη πρωτεϊνών να επιβαρύνει τη νεφρική λειτουργία του βρέφους, αφού ακόμα οι νεφροί του δεν είναι σε πλήρη ανάπτυξη και λειτουργία.

Επιπλέον το μητρικό γάλα περιέχει και όλα τα απαραίτητα αμινοξέα στις ποσότητες που απαιτούνται από τον οργανισμό του βρέφους. Τα απαραίτητα αυτά αμινοξέα, ανήκουν στο είδος των αμινοξέων που δεν μπορεί να συνθέσει μόνος του ο ανθρώπινος οργανισμός και πρέπει να τα προσλαμβάνει μέσω της διατροφής του. Αυτά είναι η βαλίνη, η θρεονίνη, η ισολευκίνη, η ιστιδίνη , η λυσίνη, η λευκίνη, η μεθειονίνη, η τρυπτοφάνη και η φαινυλαλανίνη. Επιπλέον η αργινίνη είναι αμινοξύ που μπορεί να συντεθεί μόνο στον οργανισμό των ενηλίκων. Τα μωρά και τα παιδιά μπορούν να το λάβουν μόνο από τη διατροφή τους. Το μητρικό γάλα την περιέχει, καθώς επίσης και την ταυρίνη, ένα ελεύθερο αμινοξύ που δεν συναντάται σε πρωτεΐνες, αλλά σε συνδιασμό με τα ω-3 λιπαρά οξέα και την χοληστερόλη είναι σημαντικά για τη σωστή ανάπτυξη του εγκεφάλου.

ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ

Ο κύριος υδατάνθρακας που περιέχει το γάλα είναι η λακτόζη , ένας δισακχαρίτης που αποτελείται από ένα μόριο γαλακτόζης και ένα μόριο γλυκόζης. Η περιεκτικότητα του μητρικού γάλακτος σε λακτόζη δεν διαφέρει από γυναίκα σε γυναίκα και δεν επηρεάζεται από την δίαιτα της μητέρας. Η λακτόζη πέπτεται με αργό ρυθμό, απελευθερώνοντας σταδιακά την ενέργεια που περιέχει. Όταν φτάνει άπεπτη στο παχύ έντερο, τότε ζυμώνεται από τα βακτήρια που υπάρχουν εκεί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή βιταμινών του συμπλέγματος Β από τα εκεί βακτήρια, την μειωμένη ανάπτυξη ανεπιθύμητων βακτηρίων στην περιοχή του παχέος εντέρου, την βελτίωση της απορρόφησης ασβεστίου, φωσφορικού και μαγνησίου, και άλλα. Αξίζει να σημειωθεί πως η περιεκτικότητα λακτόζης στο αγελαδινό γάλα είναι μεγαλύτερη  από αυτή του μητρικού.

ΛΙΠΙΔΙΑ

Τα λιπίδια αποτελούν την κύρια πηγή ενέργειας του μητρικού γάλακτος (το 50 % της ενέργειας που αποδίδει το μητρικό γάλα προέρχεται από τα λιπίδια που περιέχει). Η περιεκτικότητα του μητρικού γάλακτος σε λιπίδια  διαφέρει από γυναίκα σε γυναίκα και από εποχή σε εποχή. Τα λιπίδια αυτά είναι πιο εύπεπτα από του αγελαδινού γάλακτος, λόγω των ενζύμων που περιέχονται στο μητρικό γάλα, και βοηθούν στο μεταβολισμό του. Τέτοια ένζυμα είναι η λιποπρωτεϊνική και η παγκρεατική λιπάση και άλλες λιπάσες που ενεργοποιούνται από την χολή.

ΒΙΤΑΜΙΝΕΣ

Στο μητρικό γάλα περιέχονται με φυσικό τρόπο όλες οι απαραίτητες βιταμίνες για την φυσιολογική ανάπτυξη του βρέφους και η συγκέντρωσή τους επηρεάζεται σημαντικά από τη δίαιτα της μητέρας, ιδιαίτερα όσον αφορά στις υδατοδιαλυτές βιταμίνες του συμπλέγματος Β και την βιταμίνη C.

ΑΝΟΡΓΑΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Οι συγκεντρώσεις των ανόργανων στοιχείων διαφέρουν σε σημαντικό βαθμό μεταξύ του μητρικού και του αγελαδινού γάλακτος και αυτό διότι διαφέρει ο ρυθμός ανάπτυξης των βρεφών των δύο θηλαστικών. Τα κύρια ανόργανα στοιχεία του μητρικού γάλακτος, που ταυτόχρονα υπάρχουν σε χαμηλές συγκεντρώσεις στο αγελαδινό γάλα, είναι το κάλιο, το ασβέστιο, ο φώσφορος, το χλώριο και το νάτριο. Σημαντική πληροφορία, όσον αφορά στον σίδηρο, που περιέχεται στο γάλα, είναι ότι απορροφάται περίπου το 50 % αυτού από το μητρικό γάλα. Αντιθέτως έχουμε απορρόφηση κατά 10 % από το αγελαδινό και κατά 4 % από τα υποκατάστατα γάλακτος. Παρατηρούμε έτσι ότι, ενώ το μητρικό γάλα μπορεί να περιέχει μικρές ποσότητες σιδήρου, ο σίδηρος αυτός έχει μεγάλη βιοδιαθεσιμότητα. Τα έμβρυα κατά την διάρκεια της κύησης έχουν την ικανότητα να αποθηκεύουν σίδηρο και, όταν γεννιούνται, διαθέτουν ικανοποιητικά επίπεδα σιδήρου με επάρκεια έως ότου διπλασιάσουν το βάρος τους. Μετά τον πέμπτο με έκτο μήνα της ζωής τους, ο αποκλειστικός θηλασμός δεν είναι ικανός να διατηρήσει ικανοποιητικά τα επίπεδα αυτά και χρειάζεται συμπλήρωμα σιδήρου, επιτακτικότερα μετά το τέλος του  πρώτου εξαμήνου και σύμφωνα με τις οδηγίες του παιδιάτρου. Χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης ή η ύπαρξη αναιμίας της μητέρας, δεν συνιστούν επ΄ουδενί λόγο διακοπής του θηλασμού.

ΜΗ ΘΡΕΠΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ

Στο μητρικό γάλα, εκτός των μακροθρεπτικών και μικροθρεπτικών συστατικών, περιέχονται και άλλες ουσίες, οι οποίες φαίνεται να έχουν συσχετισθεί με τις προστατευτικές και ενισχυτικές ιδιότητες του μητρικού γάλακτος στο ανοσοποιητικό σύστημα του βρέφους. Τέτοιες ουσίες είναι :

  • ενεργά ένζυμα,
  • ανοσοσφαιρίνες- αντισώματα (Ig A, Ig E, Ig G, IgD),
  • ο παράγοντας bifidus : πολυσακχαρίτης που προωθεί την ανάπτυξη του Lactobacillus bifidus, ο οποίος συμβάλλει στην φυσιολογική λειτουργία της  μικροχλωρίδας του εντέρου ,
  • βιοδραστικά συστατικά , όπως ορμόνες, πεπτίδια, νουκλεοτίδια και πολυαμίνες,
  • λυσοζύμη,
  • λακτοφερρίνη,
  • λακτοπεροξειδάση,
  • προσταγλανδίνες,
  • κυτταροκίνες, και
  • κύτταρα όπως λεμφοκύτταρα.

 

Πηγές :

Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού

Διατροφή στα στάδια της ζωής, Ζαμπέλας Αντώνιος, Ιατρικές Εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλίδης, 2003

 

Ηλ.Ταχ : ygeia@athinodromio.gr

Γερογιάννη Αναστασία

Διαιτολόγος – Διατροφολόγος Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης