Σύνταξη άρθρου: Κωνσταντίνος Ουρανός

Επιμέλεια: Περίανδρος Καράλης

 

Στο παρόν μας άρθρο θα δούμε λίγη σχολική θεολογία. Ο όρος είναι δικός μας και δίνει με πληρότητα το τι είναι στην ουσία το μάθημα των Θρησκευτικών στο σχολείο. Θα αναφερθούμε ειδικότερα στη θεολογία των Χριστουγέννων.

Αφού έφτιαξε ο Θεός τον Κόσμο, πήρε νερό και χώμα και με τα «χέρια» του έπλασε έναν άνθρωπο. Όταν τελείωσε, η κατασκευή αυτή έμοιαζε πολύ, αν και απλό αντικείμενο ακόμη, με άνθρωπο που κοιμόταν. Ο Θεός έσκυψε και στο στόμα του πλάσματος εμφύσησε μια ανάσα. Το πλάσμα από αντικείμενο μετατράπηκε σε ζωντανό ον, ξύπνησε, ήταν άνθρωπος, ο πρώτος του είδους του. Διέθετε σκέψη και ομιλία. Ας πούμε πως ο Θεός είχε πια παρέα. Στον Πρωτόπλαστο αυτόν ο Θεός έδειξε τον Κόσμο, που είχε πλάσει, την Πλάση, και του την παρέδωσε. Ο Πρωτόπλαστος, ο Αδάμ, ήταν αθάνατος και αγέραστος και κατοικούσε αιωνίως στον Παράδεισο. Μόνο του μέλημα να φροντίζει την Πλάση. Ήταν ανέμελος και δημιουργικός ό,τι δηλαδή ονειρεύεται κάθε δημιουργικός άνθρωπος. Αργότερα, καθώς για να αντέξει κανείς τη μοναξιά πρέπει να είναι θεός και ο Αδάμ δεν ήταν, ο Θεός έπλασε και έναν δεύτερο άνθρωπο, την Εύα, για να κρατά συντροφιά στον πρώτο. Οι δυο τους ήταν το αιώνιο ζευγάρι στον Παράδεισο, αγάπη τρυφερή του Δημιουργού τους.

Κάποια στιγμή ένα πλάσμα αλλόκοτο, με τη μορφή φιδιού, έπεισε την Εύα πρώτα και τον Αδάμ κατόπιν, να παραβούν μία πολύ συγκεκριμένη εντολή του Θεού, τη μοναδική που τους είχε δώσει. Δηλαδή, στην ουσία, οι Πρωτόπλαστοι απέτυχαν να συνεργαστούν μαζί Του. Η αντίδραση του Θεού ήταν ακαριαία και χωρίς διαπραγμάτευση. Εξορία από τον Παράδεισο, έκπτωση από την αθανασία και την αιώνα νεότητα. Η νέα κατάσταση των Πρωτοπλάστων ήταν αυτή του έλλογου ζώου. Όπως το ζώο βόσκει όλη μέρα για να τραφεί έτσι και ο άνθρωπος να εργάζεται για να επιβιώσει. Όπως το ζώο αναπαράγεται, έτσι και ο άνθρωπος να τεκνοποιεί. Όπως το ζώο φθείρεται, έτσι και ο άνθρωπος να γερνά και να πεθαίνει. Ανάμνηση της προνομιούχου κάποτε σχέσης με τον Θεό παρέμεινε η ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται, να μιλά, να δημιουργεί. Ο Θεός έδωσε στους εξόριστους και κάτι παραπάνω. Τους δήλωσε ρητά πώς, αν διάγουν βίο ενάρετο για όσο διαρκέσει αυτή η νέα τους χαμοζωή, όταν πεθάνουν, θα επιστρέψουν στον Παράδεισο, όχι φυσικά όπως πριν αλλά ως φιλοξενούμενες ψυχές. Επίσης τους έδωσε και μια υπόσχεση. Αφού οι απόγονοί τους δε θα είχαν γνωρίσει τον Παράδεισο και κατά συνέπεια δε θα γνώριζαν πόσο σημαντικό είναι να έρθουν και αυτοί εκεί με τον μόνο τρόπο που μπορεί να γίνει αυτό (ενάρετο βίο, που πρέπει να προηγηθεί του πάντοτε βέβαιου θανάτου), ο Θεός υποσχέθηκε πως κάποια μέρα θα στείλει τον γιο Του (τον ίδιο Του τον εαυτό δηλαδή), κάτω στη Γη όχι ως θεό αλλά ως άνθρωπο, ως μέλος της κοινωνίας, ως κάποιον που θα υποστεί τα ανεπίτρεπτα, που κάνουμε εμείς εδώ ο ένας στον άλλο. Αυτό κατά κάποιον τρόπο θα δώσει την ικανότητα στους ανθρώπους να ανυψωθούν πνευματικά και ηθικά, που είναι το ζητούμενο. Όλα γίνονται για μία υπενθύμιση. Πως ο υλικός κόσμος, στον οποίο ζούμε είναι λιγότερο σημαντικός από το πώς ζούμε μέσα σε αυτόν. Ούτως ή άλλως αυτό αντιλήφθηκαν οι Πρωτόπλαστοι ήδη στο πρώτο δευτερόλεπτο της εξορίας τους.

Η γέννηση του Θεανθρώπου Χριστού (του πλάσματος που ενείχε και τον Θεό και τον Άνθρωπο δηλαδή) αποτελεί την εκπλήρωση εκείνης της τόσο μακρινής και τόσο αναγκαίας πάντα υπόσχεσης. Αυτό γιορτάζουμε με τόσο μεγάλη χαρά κάθε Χριστούγεννα. Και φυσικά και το μωράκι και τα αγγελάκια και τα ζωάκια στη φάτνη.

Για να ολοκληρωθεί η εικόνα: Ο Χριστός στον κήπο της Γεσθημανή αλλά και στον σταυρό πέρασε στιγμές φρικτής αγωνίας. Ήταν ο τρόπος του Θεού να μας δείξει την αιώνια αγωνία του Αδάμ και της Εύας στον Παράδεισο καθώς βλέπουν πως δεν έρχονται όλοι τους οι απόγονοι να τους συναντήσουν εκεί που βρίσκονται. Για τους Πρωτοπλάστους η υπόσχεση που τους είχε δοθεί ήταν εξαιρετικά σημαντική, υπαρξιακή. Τους έδωσε αυτό που τελικά σημαίνει: την ελπίδα.

Η προσκύνησις των Μάγων, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Μουσείο Μπενάκη.

 

Επίλογος

Γίνεται πολλή συζήτηση για το μάθημα των θρησκευτικών, την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία. Η συζήτηση αυτή ελάχιστα αφορά στα ίδια τα θρησκευτικά ως γνώση ή ως αντίληψη των πραγμάτων. Οι κάθε φορά απόψεις έχουν πάντα ιδεολογικό πρόσημο ή ξεπέφτουν στο επίπεδο των προσωπικών προτιμήσεων, με επιχειρήματα, που καμία αναφορά δεν έχουν στο τι είναι τα ίδια τα θρησκευτικά και τι παράγουν πολιτισμικά, κοινωνικά, εκπαιδευτικά. Ας σημειωθεί αυτό.
Οι πρόγονοί μας, που καθιέρωσαν τις αργίες και τις εορτές, που εμείς έχουμε υποβαθμίσει σε διακοπές από τις δουλειές και τις ασχολίες μας, ήξεραν γιατί το έκαναν. Το έκαναν για να λάβει, ένα μέρος του χρόνου τους (έννοια απολύτως διαφορετική τότε) άλλη χρήση και, άρα, οι ίδιοι να προσφέρουν άλλον εαυτό στην κοινωνία.

Καλά Χριστούγεννα!

 

Κωνσταντίνος Ουρανός

Δάσκαλος

 

Ηλ. Ταχ.: daskalos@athinodromio.gr

Ανδριάνα Δημητριάδου

Δασκάλα